Νομοθετικες ρυθμισεις για δασωμενους αγρους και χορτολιβαδικες εκτασεις

Στην επίλυση σημαντικών προβλημάτων της υπαίθρου προχώρησε τον τελευταίο μήνα το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με γνώμονα την οικονομική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Όπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή του το υπουργείο, οι θεσμικές πρωτοβουλίες αφορούν στις δασωμένες αγροτικές εκτάσεις και στις χορτολιβαδικές και δίνουν τη δυνατότητα σε χιλιάδες μικρομεσαίους ιδιοκτήτες και καλλιεργητές γης να αξιοποιούν τις εκτάσεις αυτές προς όφελος της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας, χωρίς να επηρεάζεται στο ελάχιστο το περιβαλλοντικό και δασικό ισοζύγιο της κάθε περιοχής.

Ειδικότερα, οι παρεμβάσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που αφορούν στους δασωμένους αγρούς και στις χορτολιβαδικές εκτάσεις, σύμφωνα με την ανακοίνωση, περιλαμβάνουν:

Α. Δασωμένοι αγροί

Με τροποποίηση του άρθρου 67 του ν. 998/79 για τους δασωμένους αγρούς, η οποία ψηφίστηκε την Τετάρτη στη Βουλή και δημοσιεύθηκε χθες σε ΦΕΚ, δίνεται η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες δασωμένων αγρών να αιτούνται στη δασική υπηρεσία την έγκριση της χρήσης έκτασης δάσους, έως 30 στρεμμάτων, μόνο για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια, εφόσον έχουν τίτλους ιδιοκτησίας μέχρι το 2004. Για εκτάσεις μεγαλύτερες των 5 στρεμμάτων απαιτείται τεχνοοικονομική μελέτη, ώστε να αποδεικνύεται η βιωσιμότητα της καλλιέργειας.

Μέχρι σήμερα ο νόμος έδινε τη δυνατότητα εκμετάλλευσης μόνο των δασικών εκτάσεων ή των εκτάσεων που έχουν απολέσει πια τον δασικό τους χαρακτήρα, αλλά όχι των δασών. Δηλαδή επέτρεπε σε όσους έχουν τίτλους ιδιοκτησίας που ανάγονται πριν από το 1946 και η έκταση είναι δασική και όχι δάσος να υλοποιούν όλες τις χρήσεις (θέτοντας την έκταση εκτός δασικής νομοθεσίας), ενώ αν οι τίτλοι είναι μεταγενέστεροι και έως το έτος 2004 να τη χρησιμοποιήσουν μόνο για γεωργική ή δεντροκομική καλλιέργεια.

Την τελευταία τριετία με την ανάρτηση των δασικών χαρτών το ΥΠΕΝ είχε γίνει δέκτης σωρείας αιτημάτων από πολίτες, φορείς και οργανώσεις, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα αξιοποίησης των αγρών που αφέθηκαν μετά το 1945 και έγιναν δάση.

Με τη διάταξη που ψηφίστηκε από τη Βουλή επιτρέπεται η γεωργική ή δεντροκομική καλλιέργεια, στους δασωμένους αγρούς, στο πλαίσιο ποιοτικής ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα της χώρας μας. Η νέα διάταξη θα ενισχύσει την ορεινή και αγροτική οικονομία προσφέροντας εργασία και εισόδημα στις τοπικές κοινωνίες.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, στους μέχρι σήμερα κυρωμένους δασικούς χάρτες οι εκτάσεις που το 1945 καλλιεργούνταν αγροτικά και σήμερα έχουν αποκτήσει δασική βλάστηση, αντιστοιχούν περίπου στο 2% της έκτασης της χώρας. Ειδικότερα έχουν εντοπιστεί 2.820.000 στρέμματα στο 40,4% της μερικής κύρωσης δασικών χαρτών, όπου το 80% αυτών των εκτάσεων έχουν μετατραπεί σε δάση και όχι σε δασικές εκτάσεις.

Από την ανάρτηση των δασικών χαρτών προκύπτει επίσης ότι οι εκχερσωμένες εκτάσεις (εκτάσεις που κατά το 1945 ήταν δάση και σήμερα εμφανίζονται με άλλη μορφή) ανέρχονται στο 1,2% της αντίστοιχης έκτασης της χώρας. Άρα έχουμε θετικό ισοζύγιο δάσους που η νέα διάταξη δεν θα ανατρέψει, ενώ επιτρέπει μόνο τη γεωργική καλλιέργεια, χρήση που επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις να ασκείται σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και από το Σύνταγμα.

Β. Χορτολιβαδικές εκτάσεις

Με οδηγίες που απέστειλε χθες ο αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτης Φάμελλος, στις Δασικές Υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και στο Ελληνικό Κτηματολόγιο (ΑΔΑ: ΨΤΗΡ4653Π8-ΒΗΚ), ξεκινά άμεσα η δυνατότητα διόρθωσης των εκτάσεων με φρυγανική βλάστηση στο δασικό χάρτη από δάση σε χορτολιβαδικές.

Συγκεκριμένα, η Εγκύκλιος αποτελεί συνέχεια της πρόσφατης απόφασης του Αν. ΥΠΕΝ (ΑΔΑ: ΩΚΘΓ4653Π8-ΗΘΑ), με την οποία αποδέχτηκε ομόφωνη γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών (ΤΣΔ), όπου ορίζεται ότι οι εκτάσεις που καλύπτονται μόνο από φρυγανική βλάστηση, χωρίς την παρουσία δασικής βλάστησης, θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως χορτολιβαδικές. Η ρύθμιση αυτή επιλύει σημαντικά προβλήματα χρήσεων των αποκλειστικά φρυγανικών εκτάσεων, ιδιαίτερα στη νησιωτική χώρα.

Με την Εγκύκλιο δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες να αιτούνται στη Διεύθυνση Δασών τη διόρθωση κυρωμένου δασικού χάρτη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της γνωμοδότησης του ΤΣΔ, την οποία θα εξετάζει η Επιτροπή Δασολογίου.

Η Επιτροπή Δασολογίου, εφόσον διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της απόφασης του ΤΣΔ και δεν κατατάσσεται η έκταση στα δάση ή στις δασικές εκτάσεις, θα την κατατάσσει αυτόματα στις χορτολιβαδικές εκτάσεις της δασικής νομοθεσίας. Στη συνέχεια, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία των δασικών χαρτών, ο κυρωμένος δασικός χάρτης θα διορθώνεται στη συγκεκριμένη επιφάνεια.

Διευκρινίζεται ότι αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμα κι αν δεν έχει υποβληθεί αντίρρηση επί της εκτάσεως αυτής, ενώ επί της αποφάσεως της Επιτροπής μπορεί να υποβληθεί προσφυγή ενώπιον του ΤΣΔ από όποιον έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας 45 ημερών.

Επιπροσθέτως, η Εγκύκλιος δίνει οδηγίες για τις περιπτώσεις των υπό κατάρτιση, θεωρημένων και αναρτημένων δασικών χαρτών:

· Στους υπό κατάρτιση δασικούς χάρτες και πριν τη θεώρηση είτε οι μελετητές είτε οι Διευθύνσεις Δασών θα κάνουν την προσαρμογή του χάρτη στην απόφαση.

· Στις περιπτώσεις που ο χάρτης είναι θεωρημένος, αλλά όχι αναρτημένος ή βρίσκεται σε ανάρτηση και υποβάλλονται αντιρρήσεις, εφαρμόζεται η διαδικασία της αίτησης πρόδηλου σφάλματος, όπως περιγράφεται στην απόφαση του Αν. ΥΠΕΝ, Σ. Φάμελλου (ΦΕΚ Β΄ 1366/2017).

· Εφόσον οι αντιρρήσεις δεν έχουν εξεταστεί ακόμα, οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠΕΑ) λαμβάνουν υπόψη την απόφαση του ΤΣΔ και την εφαρμόζουν ανάλογα.

· Εφόσον οι αντιρρήσεις έχουν εξεταστεί, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί το έργο των ΕΠΕΑ, μπορούν οι υποθέσεις αυτές να επανεξεταστούν.

· Εφόσον έχει ολοκληρωθεί το έργο των ΕΠΕΑ και δεν έχει κυρωθεί ο δασικός χάρτης, θα πρέπει να ξανασυσταθεί ΕΠΕΑ ώστε να εξεταστούν οι υποθέσεις.

Τέλος, αντίστοιχα με τα παραπάνω και σύμφωνα με το περιεχόμενο της γνωμοδότησης του ΤΣΔ πρέπει να κινούνται και τα όργανα που επιλαμβάνονται των πράξεων χαρακτηρισμού (Δασάρχης ή Τεχνική Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων), στις περιοχές που δεν έχει αναρτηθεί ακόμα δασικός χάρτης.​

ΦΕΚ Β’ 767/22-03-2016 – σχετικά με το θέμα των αγρών που δασώθηκαν

ΦΕΚ Β’ 767/22-03-2016

Καθορίζουμε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του Νόμου 4280/2014, προκειμένου να υπάρξει ενιαία αντιμετώπιση της διάταξης από τις δασικές υπηρεσίες της χώρας.

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής

1. Με το ανωτέρω άρθρο ρυθμίζεται το θέμα των αγρών που δασώθηκαν, εν σχέσει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη διαχείριση τους ειδικότερα.

Για την εφαρμογή της διάταξης θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) οι εκτάσεις εμφαίνονται ως αγροτικές στις Α/Φ του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960, και δασώθηκαν μεταγενέστερα λόγω εγκατάλειψης (δηλαδή πρέπει οι εκτάσεις να εμφανίζουν κατά το χρόνο εξέτασης τους δασική μορφή), και
(β) υπάρχουν για τις εκτάσεις αυτές τίτλοι ιδιοκτησίας οι οποίοι ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 23ης Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί.

2. Εκτάσεις για τις οποίες το Δημόσιο έχει τίτλο ιδιοκτησίας (από διαθήκη, δωρεά, δικαστική απόφαση κ.λπ.) δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Επίσης δεν μπορούν να υπαχθούν εκτάσεις που είναι καταγεγραμμένες ως δημόσια κτήματα. Γι’ αυτό, για την εφαρμογή της διάταξης απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης από την οικεία κτηματική υπηρεσία ότι η έκταση δεν είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα, σύμφωνα με την παρ. 13 του άρθρου 21 Ν. 3208/2003.

3. Στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 67 του N. 998/1979 ως ισχύει υπάγονται και εκτάσεις των οποίων το ιδιοκτησιακό είναι λυμένο έναντι του Δημοσίου. Για τις εκτάσεις αυτές θα εξετάζεται η ανωτέρω 1α προϋπόθεση του παρόντος άρθρου ενώ δεν απαιτείται ο τίτλος να ανάγεται προ του 1946. Ωστόσο απαιτείται συνεχής και αδιάλειπτη σειρά τίτλων μέχρι σήμερα.

4. Στις διατάξεις του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, μπορούν να υπαχθούν και οι εκτάσεις οι οποίες έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους.

5. Εκτάσεις που εμφανίζουν στις Α/Φ του 1945 χορτολιβαδική μορφή (περιπτώσεις παραγράφων 5α, 5β άρθρου 3 νόμου 998/1979 ως ισχύει), δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 67 νόμου 998/1979 ως ισχύει, καθότι η διάταξη της παραγράφου 1α του άρθρου αναφέρεται σε εκτάσεις με αγροτική μορφή. Η αντιμετώπιση των εκτάσεων αυτών ως προς το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3208/2003.

Εκτάσεις που εμφανίζουν στις Α/Φ του 1945 αγροτική μορφή και σήμερα τη μορφή της περ. α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του Νόμου 998/ 1979 ως ισχύει (άρθρο 3 παράγραφος 6β του N. 998/1979 ως ισχύει) και επομένως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 67 του Νόμου αυτού.

Άρθρο 2
Προϋποθέσεις εφαρμογής

Προκειμένου για την υπαγωγή μιας έκτασης στο άρθρο 67 Ν. 998/1979 ως ισχύει, εξετάζονται τα εξής:

1. Οι εκτάσεις να εμφαίνονται ως αγροτικές στις Α/Φ του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960, και δασώθηκαν μεταγενέστερα λόγω εγκατάλειψης (δηλαδή πρέπει οι εκτάσεις να εμφανίζουν κατά το χρόνο εξέτασης τους δασική μορφή).

Το ζήτημα της ευκρίνειας των Α/Φ του 1945 συναρτάται με την ποιότητα της εικόνας τους, για τη διαπίστωση της μορφής της έκτασης, κι όχι με τη σαφήνεια της στερεοσκοπικής παρατήρησης ως προς τη μορφή της.

Έτσι, τυχόν ύπαρξη νέφωσης πάνω από την περιοχή της παρατήρησης των Α/Φ έτους 1945 είναι λόγος αναφοράς στις Α/Φ έτους 1960, ενώ η ασάφεια κατά τον προσδιορισμό της μορφής, με βάση τα στοιχεία της στεροσκοπικής παρατήρησης, δεν είναι (π.χ. στην περίπτωση που ο φωτοερμηνευτής εξετάζει εάν η έκταση είναι χορτολιβαδική ή αγρός σε αγρανάπαυση). Η αποσαφήνιση εν προκειμένω της μορφής γίνεται με άλλους τρόπους (συγκριτική παρατήρηση με Α/Φ προηγούμενου ή επόμενου έτους αεροφωτογράφησης, στοιχεία της υπηρεσίας για τη μορφή της έκτασης κ.α.).

Σύμφωνα με τη διάταξη, ως κύριο και καθοριστικό στοιχείο για τη μορφή της έκτασης λαμβάνεται η εικόνα των Α/Φ έτους 1945. Χρήση Α/Φ παλαιότερου έτους αεροφωτογράφησης, που τυχόν υπάρχουν στην υπηρεσία (Α/Φ έτους 1938), προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την εφαρμογή της διάταξης, δεν πραγματοποιείται.

Για τις εκτάσεις των οποίων το ιδιοκτησιακό είναι λυμένο έναντι του Δημοσίου, ο Δασάρχης και η επιτροπή του άρθρου 10 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, στην περίπτωση που κρίνουν, με βάση Α/Φ του έτους 1945, ότι μία έκταση δεν έχει δασικό χαρακτήρα κατά το παραπάνω έτος, αλλά έχουν αμφιβολίες για την αγροτική ή άλλη μη δασική μορφή της έκτασης κατά το ίδιο ως άνω έτος, μη προκύπτουσα ευκρινώς η μορφή αυτή από τις ανωτέρω Α/Φ, λαμβάνουν υπόψη τους ως πραγματικά γεγονότα και αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 10 παρ. 1 υποπαράγραφος Ι περ. γ’ του Νόμου 3208/2003, για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, ακολουθώντας τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ως ισχύει. Η διάταξη αυτή αφορά στη δυνατότητα χρησιμοποίησης των στοιχείων της δικαστικής αναγνωριστικής απόφασης κυριότητας της έκτασης κατά το μέρος της που αναφέρεται στη μορφή αυτής κατά το κρίσιμο έτος 1945, όταν κατ’ αυτό δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί η μορφή της σύμφωνα με την εικόνα Α/Φ του συγκεκριμένου έτους παρατήρησης.

2. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας του ενδιαφερόμενου, μαζί με τα πιστοποιητικά μεταγραφής.

Συγκεκριμένα, κατά τον έλεγχο των τίτλων εξετάζονται τα εξής:
(i) H ύπαρξη καταρχήν τίτλων κυριότητας πριν την 23η Φεβρουαρίου 1946.
(ii) H νόμιμη μεταγραφή τους.
(iii) H συνεχής και αδιάλειπτη διαδοχή των τίτλων μέχρι σήμερα. Τίτλοι κυριότητας που μεταγράφονται στο υποθηκοφυλακείο, σύμφωνα με τα άρθρα 1192 και 1193 του Αστικού Κώδικα, είναι:
α. οι εν ζωή δικαιοπραξίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις οποίες συνίσταται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητα. Οι εμπράγματες συμβάσεις είναι αιτιώδεις, προϋποθέτουν δηλαδή ενοχική σύμβαση περί μεταβιβάσεως κυριότητας όπως είναι η πώληση, δωρεά, ανταλλαγή και πρέπει να περιβληθούν ορισμένο τύπο (συμβολαιογραφικό έγγραφο),
β. οι περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων,
γ. οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου,
δ. οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις,
ε. οι αποδοχές κληρονομιάς ή κληρονομητήρια.

Η μεταγραφή είναι στοιχείο απαραίτητο για την μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή τη σύσταση μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο (άρθρο 1198 ΑΚ).

Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή, στις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, «τίτλο ιδιοκτησίας» δημιουργούσε ο νόμος, οι δικαστικές αποφάσεις και οι δικαιοπραξίες. Τέτοιοι τίτλοι ήσαν ενδεικτικά, η πώληση, η δωρεά, η προίκιση, η ανταλλαγή, ο συμβιβασμός, η διανομή, η κληρονονομία.

Η μεταγραφή κατά το προϊσχύον δίκαιο, όπως και υπό τον Α.Κ., ήταν στοιχείο απολύτως αναγκαίο για τη μεταβίβαση της κυριότητας, ήταν, δηλαδή, ο όρος εκείνος που απαιτούσε ο νόμος ως αναγκαίο συνοδευτικό στοιχείο του τίτλου για την ολοκλήρωση αυτού και για την επέλευση έτσι των εμπραγμάτων αποτελεσμάτων του ( βλ. άρθρο 4 Ν. τ.5 του 1856).

Ειδικότερα σε ότι αφορά την κληρονομική διαδοχή, σε περίπτωση που ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) οι σχέσεις κληρονονομικού δικαίου διέπονται από το ισχύον τότε δίκαιο (άρθρο 92 Εισ. ΝΑΚ). Το προϊσχύον δίκαιο ειδικότερα, προέβλεπε την δι’ αναμίξεως και υπεισελεύσεως εγκατάσταση στην κληρονομιά τόσο για την εξ αδιαθέτου διαδοχή (νόμος 2310/1920), όσο και για την διαδοχή από διαθήκη (νόμος ΓΨΠ/1911). Η κατοχύρωση δηλαδή του κληρονομικού δικαιώματος ή της κληρονομικής μερίδας σε περίπτωση περισσότερων συγκληρονόμων, δεν απαιτούνταν να περιβληθεί συγκεκριμένο τύπο, με άλλα λόγια και σε αντίθεση με ότι ισχύει σήμερα, δεν απαιτούνταν κληρονομητήριο ή συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφή. Η συγγενική σχέση του κληρονόμου με τον κληρονομούμενο για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και η αναφορά των προσώπων στην διαθήκη για την διαδοχή από διαθήκη σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την 23-2-1946, δημιουργεί τεκμήριο για το κληρονομικό δικαίωμα και παρέχει δημόσια πίστη.

Η χρησικτησία ως τρόπος κτήσης κυριότητας δε συνιστά τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 67 του N. 998/ 1979, ούτε βεβαιώσεις (ένορκες και μη), υπεύθυνες δηλώσεις καθώς και βεβαιώσεις – πιστοποιητικά προέδρων Κοινοτήτων δεν αποδεικνύουν εμπράγματα δικαιώματα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν τους νόμιμους τίτλους που απαιτούνται.

Για την υπαγωγή στο άρθρο 67 Ν. 998/1979 θα πρέπει να υπάρχει συνεχής και αδιάλειπτη διαδοχή των τίτλων μέχρι σήμερα.

Εάν κατά την εφαρμογή των τίτλων διαπιστώνονται ασυμφωνίες σχετικά με το εμβαδό, τη θέση, ή τα όρια του ακινήτου ή ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις μεταξύ τρίτων, χωρίς πάντως να θίγονται δικαιώματα του δημοσίου και έχοντας υπόψη ότι η διοίκηση ουδεμία ευθύνη φέρει κατά την εφαρμογή του άρθρου 67 Ν. 998/197 για τα δικαιώματα τρίτων, ο έλεγχος θα περιορίζεται στην ύπαρξη των μεταγεγραμμένων τίτλων που αποδεικνύουν κυριότητα του αιτούντα επί του ακινήτου. Άλλωστε με την υπ’ αριθ. 903/1985 γνωμοδότηση, που έγινε αποδεκτή με το αριθ. 115858/3908πε86/20-3-1987 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας, για τις αγοροπωλησίες πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ο καθ’ όρια προσδιορισμός θεωρείται επικρατέστερος του προσδιορισμού με βάση το εμβαδόν, εάν δεν συνεπάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στο εμβαδόν της έκτασης.

Άρθρο 3
Διαδικασία εφαρμογής – Υπαγωγή της έκτασης στο άρθρο 67 Ν. 998/1979 ως ισχύει

1. Για την εφαρμογή της διάταξης και μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί της εκτάσεως, μετά των σχετικών στοιχείων, πραγματοποιούνται οι εξής δύο ενέργειες από τον Δασάρχη (ή του Δ/ντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό):
α) εξετάζει τους τίτλους που προσκομίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 της παρούσας,
β) ελέγχει τη μορφή της έκτασης στις Α/Φ έτους 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960.
Εάν δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, τότε το ελέγχον όργανο (Δασάρχης ή ο Δ/ντής Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό) απαντά στον αιτούντα περί της μη δυνατότητας εξέτασης του αιτήματος του κατά τη διαδικασία του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει. Ο ενδιαφερόμενος δύναται στην αρνητική απάντηση του Δασάρχη ή του Δ/ντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό, να ζητήσει με αίτηση θεραπείας ή ιεραρχική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 24 του N. 2690/1999, την επανεξέταση του αιτήματός του.

2. Ακολούθως, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, διαπιστούται ο χαρακτήρας της έκτασης, σύμφωνα με τον κυρωμένο δασικό χάρτη από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας της παραγράφου 5 του άρθρου 26 Νόμου 3889/2010, άλλως με πράξη χαρακτηρισμού κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 νόμου 998/1979 ως ισχύει, η οποία προκειμένης της υπαγωγής της έκτασης στις διατάξεις του άρθρου 67 νόμου 998/17979 ως ισχύει, ακολουθεί το σχετικό πρότυπο του παραρτήματος της αριθ. 118790/7487/22-10-2014 (ΦΕΚ 3632/Β’/31-12-2014) απόφασης Υπουργού ΠΕΚΑ με την εξής τροποποίηση:

Στο (Α) μέρος της απόφασης η έκταση θα χαρακτηρίζεται «ως έχουσα δασικό χαρακτήρα, στη σημερινή της μορφή, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, και επειδή εμφανίζεται με αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1945 (ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960) και πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 εκδίδεται απόφαση Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας.

Στην περίπτωση μη έκδοσης ή ακύρωσης ή ανάκλησης της Απόφασης του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) η έκταση υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας σύμφωνα με τον ειδικότερο χαρακτηρισμό της κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει». Επίσης, στο (Β) μέρος της απόφασης που αφορά στις εκτάσεις που σήμερα εμφανίζουν τη μορφή δάσους, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει προστίθεται η φράση: «Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 εκδίδεται απόφαση Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας».

Πράξη χαρακτηρισμού μπορεί να εκδοθεί και επί εκτάσεων οι οποίες έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες προκειμένου να υπαχθούν στις ανωτέρω διατάξεις. Εάν οι εκτάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 χαρακτηρισθούν ως μη υπαγόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, η σχετική απόφαση αναδάσωσης ανακαλείται. Σε αντίθετη περίπτωση ο αναδασωτέος χαρακτήρας παραμένει και η διαδικασία ολοκληρώνεται σε σχέση με την ιδιοκτησία τους.

Η πράξη χαρακτηρισμού τελεσιδικεί με τη λήψη του πιστοποιητικού της παραγράφου 6 του άρθρου 14 Νόμου 998/1979 ως ισχύει.

3. Ο Δασάρχης (ή ο Δ/ντής Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό) υποβάλει εισήγηση ιεραρχικώς στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) περί της έκδοσης απόφασης υπαγωγής της έκτασης στο άρθρο 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει.

Στην περίπτωση που η έκταση είναι κηρυγμένη αναδασωτέα η υποβολή της ανωτέρω εισήγησης γίνεται με ταυτόχρονη πρόταση για ανάκληση της απόφασης αναδάσωσης, εφόσον, εννοείται, πρόκειται για έκταση της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979.

4. Εκδίδεται απόφαση αναγνώρισης της έκτασης ως ιδιωτικής από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης), κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, κατά τα πρότυπα του παραρτήματος, για την υπαγωγή της έκτασης στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει. Στις διατάξεις του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ως ισχύει, υπάγονται και οι εκτάσεις των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς είναι λυμένο έναντι του Δημοσίου βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του Νόμου 3208/2003 ως ισχύει, αρκεί να εμφανίζονται με αγροτική μορφή στις Α/Φ του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960 και να δασώθηκαν μεταγενεστέρως. Η σχετική απόφαση που εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) θα αναφέρεται στο γεγονός ότι οι εκτάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το πρότυπο του παραρτήματος.

Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες για την προστασία της έκτασης ανακαλούνται μετά την έκδοση της ανωτέρω αναγνωριστικής απόφασης, ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά.

5. Μετά την έκδοση της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) που αφορά στην αναγνώριση κυριότητας της έκτασης και μη υπαγωγής της στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εκ-δίδεται η άδεια υλοτομίας (καθαρισμού) της έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ν.δ. 86/1969.

Άρθρο 4
Άδεια γεωργικής και δενδροκομικής εκμετάλλευσης

1. Εκτάσεις που εμφαίνονται με αγροτική μορφή στις Α/Φ του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του έτους 1960, και δασώθηκαν μεταγενέστερα λόγω εγκατάλειψης, αποκτώντας το χαρακτήρα της παραγράφου 2 άρθρου 3 Νόμου 998/1979 ως ισχύει και οι οποίες στερούνται των παραπάνω τίτλων αλλά έχουν τίτλους ιδιοκτησίας σε χρόνο μεταγενέστερο της 23ης Φεβρουαρίου 1946 και όχι νεότερου των δέκα ετών μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του Νόμου 4280/2014 (δηλαδή την 8-8-2004), μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στις αντίστοιχες του άρθρου 2 της παρούσας, πραγματοποιείται έλεγχος των τίτλων.

Κατά τον έλεγχο των τίτλων εξετάζονται τα εξής:
(i) H ύπαρξη καταρχήν τίτλων κυριότητας που ανάγονται προ της 8-8-2004.
(ii) H νόμιμη μεταγραφή τους.
(iii) H συνεχής και αδιάλειπτη διαδοχή των τίτλων μέχρι σήμερα.

2. Για τους τίτλους ιδιοκτησίας ισχύουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 της παρούσας, με τη διαφορά ότι ο έλεγχος των τίτλων ανάγεται στο χρονικό διάστημα μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα.

3. Η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν οι εκτάσεις αποκλειστικά και μόνο για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση δίνεται κατόπιν άδειας του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) μετά από τη σχετική εισήγηση του οικείου Δασάρχη (ή του Δ/ντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό). Η χορηγούμενη άδεια εκδίδεται κατόπιν αίτησης του προσώπου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στις εκτάσεις αυτές. Σχετικό πρότυπο της δίδεται στο παράρτημα της παρούσας.

4. Σε περίπτωση προσκόμισης από τρίτο των τίτλων της παραγράφου 1α του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ή τυχόν οριστικής επίλυσης του ιδιοκτησιακού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί της συγκεκριμένης εκτάσεως, η σχετική άδεια του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πλέον Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης) ανακαλείται, αζημίως για το Δημόσιο.

5. Η διαπίστωση του χαρακτήρα της έκτασης, ως υπαγόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, πραγματοποιείται με την έκδοση τελεσίδικης πράξης χαρακτηρισμού.

6. Πράξη χαρακτηρισμού εκδίδεται και επί αναδασωτέων εκτάσεων κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του εφαρμοζόμενου άρθρου. Η εισήγηση για την έκδοση της άδειας γεωργικής και δενδροκομικής εκμετάλλευσης γίνεται με ταυτόχρονη πρόταση για ανάκληση της απόφασης αναδάσωσης.

Άρθρο 5
Αντιμετώπιση εκκρεμών υποθέσεων

1. Σύμφωνα με την παράγραφο 15 του άρθρου 52 Νόμου 4280/2014, στις διατάξεις του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ως ισχύει, υπάγονται και οι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου 4280/2014, υποθέσεις του άρθρου 12 του Νόμου 3208/2003.

Οι υποθέσεις που είχαν εισαχθεί στις Α’ βαθμίδες Ε.Ε.Δ.Α., για την εφαρμογή του άρθρου 36 Νόμου 3698/2008, και δεν εκδικάστηκαν απ’ αυτές, επιστρέφονται στα Δασαρχεία (ή στις Δ/νσεις Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό) για να ακολουθηθεί η περαιτέρω διαδικασία του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ως ισχύει.

2. Εκκρεμείς υποθέσεις στον Δασάρχη και στις Επιτροπές για τη διαδικασία χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, εξετάζονται σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 67 Νόμου 998/1979 ως ισχύει. Στην περίπτωση αυτή, ο Δασάρχης, εφόσον ελέγξει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της παρούσης, εισηγείται στην Επιτροπή την τροποποίηση της πράξης χαρακτηρισμού προκειμένης της υπαγωγής της έκτασης στη διάταξη του άρθρου 67 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει. Άλλως ακολουθείται η οριζόμενη στο άρθρο 14 του Νόμου 998/1979 ως ισχύει διαδικασία.

Άρθρο 6
Ισχύς – Δημοσίευση

1. Η παρούσα δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κάθε προηγούμενη που ρύθμιζε διαφορετικά το υπόψη θέμα παύει να ισχύει.

Αθήνα, 7 Μαρτίου 2016

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

Παναγιώτη Α. Καλλίρη – Περι δασικής νομοθεσίας

«Η εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας στην πράξη»*

Του Παναγιώτη Α. Καλλίρη
Δασολόγου, Δ/ντη Δασών Κορινθίας

Κόρινθος, Νοέμβριος 2017

Όπως ο χρόνος και το νερό, η νομοθεσία πάντα έρεε και πάντα «ρεί» προκειμένου να ρυθμίζει τις συμπεριφορές των κοινωνιών και αλίμονο αν δεν γίνεται έτσι.

Τα τελευταία χρόνια δυσκολεύομαι να παρακολουθώ την διαρκώς μεταβαλλόμενη δασική νομοθεσία καθότι η συνεχής τροποποίηση δυσκολεύει την παρακολούθηση την κατανόηση και κυρίως την εφαρμογή της. Διαρκώς ζητούμε επίμονα ερμηνευτικές εγκυκλίους που καθυστερούν αφάνταστα και σε κάποιες περιπτώσεις αντί να επιλύσουν περιπλέκουν περισσότερο τα πράγματα εκφράζοντας προσωπικές όχι πάντα τεκμηριωμένες νομικά απόψεις ακυρώνοντας και τον νόμο, δημιουργώντας έτσι αντί να επιλύουν, τεράστια προβλήματα εφαρμογής, ηθικά διλήμματα, νομικά αδιέξοδα και ευθύνες που δεν μας αναλογούν.

Το ίδιο διάστημα παρακολουθώ με ενδιαφέρον, φόβο και αγωνία τις «νομικές ανάσες» και τους «βρυχηθμούς» σοφών νομικών και σεβάσμιων καθηγητών που διεισδύουν και αναλύουν τις δασικές διατάξεις που ψηφίστηκαν ή αυτών που θα ψηφισθούν, εντοπίζοντας τις φανερές ή μύχιες προθέσεις τους, την συμφωνία ή μη, με το Σύνταγμα και τους προηγηθέντες νόμους, τους θεμελιώδεις κανόνες δίκαιου της πατρίδας μας και της Ε.Ε., αποφαινόμενοι για το τι καλό και τι κακό θα δημιουργήσουν. Το τελευταίο διάστημα ως είναι φυσικό, τα νομοθετήματα που έχουν σχέση με τους δασικούς χάρτες κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας για την καταγραφή και αποτύπωση των δασικών οικοσυστημάτων μας και των συνεπειών της. Πρόκειται φυσικά για κορυφαία διαδικασία που με όλα τα λάθη και τις παραλείψεις και τις ταλαιπωρίες πολιτών και υπηρεσιών ακόμη και αν γίνεται υπό την πίεση των δήθεν «Θεσμών» για να αποκτήσει η χώρα Εθνικό Κτηματολόγιο, σε ένα μεγάλο μέρος της θα ολοκληρωθεί και η Ελληνική γη θα αποκτήσει επιτέλους για πρώτη φορά «ταυτότητα» που θα σημαδέψει τα δασικά «πράγματα» και «δρώμενα» με θετικές και αρνητικές εκπλήξεις. Όλοι σε αυτήν την αίθουσα το αντιλαμβανόμαστε αυτό. Το μέλλον θα το αποδείξει.

Όμως τι συμβαίνει έξω στην πραγματική ζωή; Στην δασική πράξη;

Τι σημαίνει δασική νομοθεσία για τον δασικό υπάλληλο και κυρίως για τον φορολογούμενο πολίτη αυτής της χώρας;

Πόσο είναι γνωστή; Πόσο δίκαιη; Πόσο καλή;

Πόσο εφαρμόσιμη, υλοποιήσιμη και αποτελεσματική από την μια στην προστασία ανάπτυξη και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων μας και από την άλλη στα ιδιωτικά δικαιώματα των πολιτών, στην περιουσία που απόκτησαν σε πολλές περιπτώσεις καλόπιστα και νομότυπα υπό την σιωπηλή και σε κάποιες περιπτώσεις ένοχη ανοχή ή και ευλογία του κράτους;

Πόσο αναπτυξιακή είναι;

Πόσο στηρίζει την αειφορία και την βιώσιμη ανάπτυξη;

Πόσο ηθική;

Ποια πρέπει να είναι τα «κριτήρια» για να την κρίνουμε; Περιβαλλοντικά, Ανθρωπιστικά, Κοινωνικά, ή καθαρά αναπτυξιακά, οικονομικά και μονόπλευρα επιχειρηματικά; Κάποια από αυτά ή όλα μαζί; Πως μπορεί κανείς να βρει την «Σολομώντειο λύση» αφού οι περισσότεροι στον τόπο μας θέτουν τα δικά τους κριτήρια, με βάσει τα ατομικά συμφέροντά τους σε μια χώρα με τεράστιο έλλειμμα «ΠΑΙΔΕΙΑΣ» στο «Δημόσιο συμφέρον» και στην σημασία του «Περιβάλλοντος»;

Θυμάμαι πάντα την απάντηση που είχε δώσει σε μια παράδοση του το 1975 ο αείμνηστος τότε καθηγητής του Γενικού Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δημήτριος Θ. Τσάτσος απαντώντας σε μια ερώτηση φοιτητή «για το πώς μπορούμε να κρίνουμε ένα νόμο αν θα είναι καλός ή κακός, όταν κατεβαίνει να ψηφιστεί»,
είχε πει:…. «Δεν μπορούμε.. Κάποιες εκτιμήσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε συγκρίνοντας τον με το υπάρχον εθνικό και ενδεχομένως το διεθνές δίκαιο. Οι νόμοι πάντα κρίνονται από το αποτέλεσμα δηλαδή «το δίκαιο» που καλούνται (θεσπίζονται) για να παράγουν. Αν αυτό είναι καλό, ρυθμίσει τα πράγματα προς το καλό της κοινωνίας και αποδώσει δίκαιο στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή η κοινωνία θα τον αποδεχτεί, θα τον υιοθετήσει και θα τον θεωρήσει καλό. Αν όχι θα μείνει σε κάποιες λέξεις σε ένα ΦΕΚ που θα το φάει η σκόνη της απόρριψης και της λήθης μαζί με τον νομοθέτη του». Πραγματικά σοφά λόγια.

Γιατί όμως, αν και όλο το οικοδόμημα της δασικής νομοθεσίας είναι γενικά ή τουλάχιστον φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση πολύ αυστηρό πολλά από δάση μας εκχερσώθηκαν, καλλιεργήθηκαν, οικοπεδοποιήθηκαν, κ.λπ. κυρίως μετά από πυρκαγιές χωρίς μέτρο και αρχές και σε πολλές περιοχές καταλήξαμε σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις; Ποιος φταίει για αυτό;… Ας δούμε πολύ βιαστικά μια δυο πολύ γνωστές και ισχύουσες μέχρι σήμερα χαρακτηριστικές περιπτώσεις θέσπισης και εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας.

Πράξεις χαρακτηρισμού. Με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 998/79 θεσπίστηκε η υποχρέωση για την χαρτογράφηση των δασών και με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ιδίου νομού η υποχρέωση κατάρτισης «Δασολογίου». Δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το γιατί είναι ένα τεράστιο θέμα που δεν είναι της ώρας.

Με το άρθρο όμως 14 του ν. 998/79 καθορίστηκε για πρώτη φορά μια κορυφαία διαδικασία έλεγχου και καταγραφής του δασικού η μη χαρακτήρα μιας έκτασης. Το σημαντικότερο ήταν η θέσπιση για πρώτη φορά των «κριτηρίων» του άρθρου 3 , η διαφάνεια μέσω των κανόνων δημοσιότητας και το δικαίωμα της διοικητικής προσφυγής σε όποιον είχε έννομο συμφέρον στο όποιο περιλαμβάνεται και το γενικότερο συμφέρον ενώπιων των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων (Ε.Ε.Δ.Α.) του άρθρου 10 του ν. 998/79 στις οποίες προήδρευαν Δικαστικοί. (Σήμερα έχουμε τις Τ.Ε.Ε.Α).

Αυτονόητο τυγχάνει ότι η διαδικασία του άρθρου 14 θεσπίστηκε για να πάψει η έκδοση των παλιών «Βεβαιώσεων» προκειμένου να προστατευτούν τα δάση από έκνομες αλλαγές χρήσης. Είχε προηγηθεί ένας παγκόσμιος πόλεμος μια ασταθής και εκρηκτική πολιτικά κοινωνικά και οικονομικά περίοδος και μια δικτατορία. Έπρεπε λοιπόν να υπάρξει ένα «φρένο» και από εκεί και εμπρός να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος για να αποτραπεί κάθε περαιτέρω παράνομη αλλαγή χρήσης των δασών. Θα έπρεπε λοιπόν λογικά, ο ίδιος νομοθέτης να θεσπίσει στο ίδιο άρθρο ως απαραίτητη υποχρεωτική προϋπόθεση – για κάθε επίσημη μεταβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή αλλαγή χρήσης για οποιοδήποτε σκοπό ενός γεωτεμαχίου εκτος σχεδίου πόλεως – να προσκομίζεται και να επισυνάπτεται στο συμβόλαιο ή στην διοικητική πράξη έγκρισης μιας επέμβασης η «πράξη χαρακτηρισμού». Δεν το’ κάνε όμως. Ούτε δυστυχώς κανείς νόμος μέχρι σήμερα. Γιατί;

Αποτέλεσμα. Από την δημοσίευση του ν. 998/79 και μέχρι αυτήν την στιγμή μου συνομιλούμε, οποιοσδήποτε μπορούσε και μπορεί να μεταβιβάσει, να πουλήσει μια δασικού χαρακτήρα έκταση σε κάποιον άλλο είτε με δόλο είτε από άγνοια, με την αποδοχή και την «Υπεύθυνη Δήλωση» των δυο συμβαλλομένων ότι δεν είναι δάσος. Πως ο νομοθέτης ενός τόσο σημαντικού νομοθετήματος παρέλειψε μια τόσο σοβαρή πρόβλεψη;

Στην συνέχεια και για να «διευκολυνθούν» «καταστάσεις» το Υπουργείο Γεωργίας χωρίς καμία ουσιαστική τεκμηρίωση σε νόμο, με διάφορα προσχήματα, επέτρεψε και συνέστησε με εγκυκλίους στην Δασική Υπηρεσία να συνεχίσει να εκδίδει «πληροφοριακά έγγραφα»και «βεβαιώσεις», για τον δασικό ή μη χαρακτήρα γεωτεμαχίων ή ευρύτερων εκτάσεων που εκδόθηκαν όχι πάντα με ουσιαστικό έλεγχο και τεκμηρίωση και φυσικά χωρίς την τήρηση κανενός κανόνα δημοσιότητας. Αυτές θεμελίωσαν σε πολλές περιπτώσεις με την έκδοση δευτερογενών διοικητικών πράξεων έκνομες αλλά νομότυπες και μη αναστρέψιμες καταστάσεις. (Τουριστικές, βιομηχανικές, αγροτικές εγκαταστάσεις, κατοικίες , οικισμοί κλπ). Η πρώτη εγκύκλιος Δ/γη από το ΥΠΕΚΑ που υποχρέωσε τις πολεοδομικές υπηρεσίες να ζητούν όχι μόνο την «πράξη χαρακτηρισμού», το «πληροφοριακό έγγραφο» ή την «βεβαίωση» του Δασάρχη αλλά και την «τελεσιδικία» τους πριν εκδώσουν άδειες οικοδομής εκτός σχεδίου είναι η αριθ. ΥΠΕΚΑ 3401/2011/21-6-2011 (ΑΔΑ:43Υ0-Μ6) εγκύκλιος του τότε Αν ΥΠΕΚΑ κ. Νικ. Σηφουνάκη. Ποτέ όμως αυτή η υποχρέωση δεν νομοθετήθηκε. Γιατί;

Η προηγούμενη λογική της «τακτοποίησης» συνεχίστηκε και πρόσφατα με την διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 998/79 που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4315/2014 (269 Α´) με την οποία «τελεσιδίκησαν» σε μια νύχτα εν λευκω όλα τα «πληροφορικά έγγραφα» που εκδόθηκαν μετά το Σύνταγμα του 1975 έως το τέλος Απριλίου του έτους 1981. Γιατί;

Πρόσφατα με την παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 4467/2017 θεσπίστηκε η δυνατότητα «επαναχαρακτηρισμού» τελεσιδίκων πράξεων με «διαπιστωτική πράξη» προκειμένου να τεθούν εκτός δασικής προστασίας όλες οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που έχουν τα κριτήρια της μέσης κλίσης και της χωροσταθμικής των 100 μ. του Π.Δ. 32/2016. Δηλαδή η «χρυσή ούγια», τα χρυσά οικόπεδα των παραθαλάσσιων περιοχών της χώρας. Σε ποια παγκόσμια δασοκομική και οικολογική αρχή στηρίζεται η άποψη ότι σε μια παραθαλάσσια χορτολιβαδική έκταση το κομμάτι που είναι πάνω από τα 100 μ. είναι δασικό και αυτό που είναι κάτω είναι οικόπεδο;

Με απλά λόγια το ίδιο το κράτος που θέσπισε μια δέσμια ουσιαστική διάταξη για την προστασία των δασών το ίδιο την ακύρωσε. Δηλαδή την κατάργησε στην πράξη, οδηγώντας σε τραγικές μη αναστρέψιμες καταστάσεις και μακροχρόνιες διοικητικές και δικαστικές διενέξεις ταλαιπωρία και έξοδα, υπηρεσίες και πολίτες, που φυσικά αποκαλύπτονται και θα αποκαλυφθούν μέσα από τους δασικούς χάρτες. Γι’ αυτό και η αρχική σπουδή α) της εξαίρεσης των «οικιστικών πυκνώσεων» για τους οποίους ευτυχώς μετά την έκδοση των γνωστών 1942 και 1977/2017 αποφάσεων ΣτΕ θα συνταχτούν δασικοί χάρτες (ιστορικός και σύγχρονος) και β) της ασθμαίνουσας «τακτοποίησης» – νομιμοποίησης με το άρθρο 47Β ν. 998/79 όλων των παράνομων εκχερσώσεων από το 1975 έως την 7η Μαρτίου 2007.

Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής. Τα Π.Δ.Α. του άρθρου 61 του ν.δ. 86/69 χρησιμοποιήθηκαν ευρέως επί εβδομήντα χρόνια για την προστασία των δημοσίων κοινοτικών κ.λπ. δασών. Χιλιάδες είναι διασκορπισμένα στην Ελληνική Επικράτεια.

Σύμφωνα με την εκδοθείσα νομολογία το Π.Δ.Α. είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Η έλλειψη όμως αδιαμφισβήτητων τεκμηρίων χαρακτηρισμού της γης ως δασικής ή μη (δασικοί χάρτες) στην οποία στηρίζεται το τεκμήριο της κυριότητας του δημοσίου. και της ιδιοκτησίας (δασολόγιο) δημιούργησαν εύλογες αμφιβολίες στα αρμόδια Δικαστήρια . Για το λόγο αυτό η διοίκηση με την αριθμ. 137378/200/20-1-83 απόφαση του τότε Υφυπουργού Γεωργίας Κ. Αλεξιάδη, βασισμένη στις διατάξεις του άρθρου 985 του Α.Κ. υιοθέτησε την διαδικασία της αυτοδύναμης προστασίας, με την άμεση και αυτεπάγγελτη αποβολή των καταπατητών. Αυτή όμως εκτός από τις τεχνικές δυσχέρειες εφαρμογής, συνεπάγονταν την ποινική δίωξη των δασικών οργάνων που αυτοδικούν, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα υποστήριξης τους από τις Νομικές Υπηρεσίες της Διοικήσεως. Γι’ αυτό ο τότε Νομικός Σύμβουλος Διοικήσεως κ. Δ. Ράπτης με την 55/85 γνμ. είχε προτείνει την θέσπιση ειδικής διάταξης για την προστασία των δασικών υπαλλήλων, η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ.

Η ανυπαρξία συστηματικής ρύθμισης με νόμο της άμεσης διοικητικής εκτέλεσης επιβεβαιώνεται και από Νομικό Σύμβουλο του Κράτους κ. Βασίλη Παπαχρήστου στο αντίστοιχο σύγγραμμα του (1994) οποίος πρότεινε την ανάθεση εκτέλεσης σε δικαστικό επιμελητή μετά από εγγραφή εντολή (παραγγελία) του οικείου Οικονομικού Εφόρου. Το αίτημα όμως χρηματοδότησης για την αμοιβή δικαστικών επιμελητών που υποβάλαμε δεν έγινε ποτέ αποδεκτό.

Με απλά λόγια ο νόμος πρόβλεψε την έκδοση τους αλλά δυστυχώς όχι τον τρόπο υλοποίησης τους.

Σε πολλές περιπτώσεις , η εφαρμογή και ο έλεγχος τους σήμερα λογω έλλειψης ασφαλών και υλοποιήσιμων τοπογραφικών και λογω των μεταβολών που έχουν επέλθει στις χρήσεις και στο ανάγλυφο της γης είναι πολύ επισφαλής έως ανέφικτη. Στα ορεινά χωριά που ο κόσμος τα εγκατέλειψε εγκαταλείφτηκαν και τα Π.Δ.Α. Σε περιοχές όμως που οι αγροτικές καλλιέργειες και η γη απόκτησαν συν το χρόνο μεγάλη οικονομική άξια συνεχίζουν να καλλιεργούνται με πολυδάπανες εγκαταστάσεις.

Το κράτος όμως βρήκε την «λύση». Δεν είναι «Σολομώντειος» αλλά καθαρά Ελληνική. Με τις διατάξεις των άρθρων 47, 47Α και 47 Β  του ν. 998/79 όλα τα τελεσίδικα Π.Δ.Α. αναστέλλονται και ακυρώνονται μαζί με τις λοιπές διοικητικές πράξεις προστασίας (αναδασωτέες, πρόστιμα, αποζημιώσεις κ.λπ.) που δεν έχουν εισπραχτεί. Οι ίδιοι υπάλληλοι που έως και το 2007 τα εκδώσαμε και τα υποστηρίξαμε εφαρμόζοντας τον νόμο, οι ίδιοι σήμερα τα αναστέλλουμε και τα ανακαλούμε νομιμοποιώντας όλες τις έκνομες εκχερσώσεις σε εφαρμογή πάλι ενός νόμου. Σημειωτέον ότι και σήμερα συνεχίζουμε να εκδίδουμε Π.Δ.Α.. Αυτονόητο τυγχάνει ότι θα τα νομιμοποιήσουν οι επόμενοι. Στο γαϊτανάκι αυτό σειρά έχουν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα στα δάση… Γνωρίζετε πολιτισμένο κράτος που να συμβαίνει αυτό;

Ποια λοιπόν η αποτελεσματικότητα των Π.Δ.Α. με την απέραντη γραφειοκρατία και τις απέραντες χαμένες ώρες, ημέρες των δασικών υπαλλήλων των Νομικών Συμβούλων και των Δικαστών για την διερεύνηση και διεκπεραίωση τους με τεράστιες δαπάνες σε αυτοψίες και χαμένες χρονοώρες του Δημοσίου και των πολιτών;

Μήπως πέραν από τους Ελεγκτικούς Μηχανισμούς τις Ανεξάρτητες Αρχές και τα Δικαστήρια, χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό μηχανισμό, ένα «Παρατηρητήριο έλεγχου», όχι της εφαρμογής απλά του νόμου, αλλά της «αποτελεσματικότητας» του, το οποίο να μπορεί να εισηγηθεί την κατάργηση, τροποποίηση ή συμπλήρωση του ώστε να επιτυγχάνονται τα προσδοκώμενα από την θέσπιση του αποτελέσματα;

Εκτός και αν… η «αναποτελεσματικότητα» ακόμη και αν δεν ήταν επιθυμητή, ανταποκρίνονταν στην εσώτερη βούληση των κυβερνήσεων και των «Πολιτικών μας» που διέτρεξαν μέχρι σήμερα το πολιτικό στερέωμα της χώρας, και αν δεχτούμε ότι αυτές εξέφραζαν και την εκάστοτε λαϊκή βούληση …τότε …γιατί πράγμα συζητούμε σήμερα;

Δασικοί χάρτες. Δεν ξέρουμε πόσα ήσαν τα δάση στην απελευθέρωση. Δεν έχουμε την τεχνολογία να το μάθουμε ακόμη. Οι γκραβούρες των ξένων περιηγητών δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο. Οι αναρτηθέντες και υπό σύνταξη δασικοί χάρτες που θα καλύψουν όλη την ελληνική επικράτεια, θα κυρωθούν θα δημοσιευθούν στο ΦΕΚ θα γίνουν οριστικοί και θα αποτελέσουν μια αδιαμφισβήτητη βάση δεδομένων για τον δασικό ή μη χαρακτήρα της γης ώστε να ολοκληρωθεί η σύνταξη του Δασολογίου και το Εθνικού Κτηματολογίου. Θα καταδείξουν όμως συγχρόνως σαν μια τεράστια «μαγνητική τομογραφία» και που πάσχει ο ασθενής. Δηλαδή τις νόμιμες και έκνομες γνωστές και άγνωστες αλλαγές χρήσης που συνέβησαν μεταπολεμικά στην Ελλάδα. Πως θα διαχειρισθούν αυτές;

Η εθνική συνταγή ήταν και είναι μέχρι σήμερα η νομιμοποίηση όλων των αυθαίρετων καταστάσεων αντί ενός ευτελούς τιμήματος που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην ούτε στην περιβαλλοντική, ούτε στην ιστορική και κοινωνική αξία τους. Τέτοιες όμως νομιμοποιήσεις δεν ισοδυναμούν με τιμωρία κάθε νομοταγούς πολίτη που πληρώνει φόρους και χρεώθηκε σε μια τράπεζα για να αγοράσει ένα οικόπεδο ή ένα αγρόκτημα και τώρα θα το πληρώσει στο τριπλάσιο της άξιας του αλλιώς θα το χάσει; Ο παράνομος θα πληρώσει το 30% και αυτό σε δόσεις των 30 ευρώ. Είναι αυτό κοινωνική δικαιοσύνη; Αντιμετωπίζονται αυτοί οι δυο πολίτες ως ίσιοι έναντι του νόμου; Και όμως και στις δυο περιπτώσεις ο νόμος εφαρμόζεται….

Είναι εν δυνάμει αποδεκτό ότι ο νόμος δεν έχει μόνο ρυθμιστική και πειθαρχική αλλά και εκπαιδευτική για ένα λαό σημασία. Αποτελεί η γενικευμένη νομιμοποίηση και η παραγραφή έκνομων ενεργειών καλό μάθημα για τους νέους πολίτες; Αυτό θα είναι το κύριο πρόβλημα που θα προκύψει μετά τους δασικούς χάρτες. Εκεί μάλλον είναι κρυμμένο και το θέμα της επόμενης ημερίδας σας.

Θεωρώ ότι οι διατάξεις της παρ 5 του άρθρου 17 και της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 3889 /2010, μειώνουν την αξία των δασικών χαρτών καθώς ορίζουν ότι ο οριστικός δασικός χάρτης έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή μόνο για τα τμήματα που αποτυπώνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση δηλαδή μόνο για τις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις. Δηλαδή για ένα γεωτεμάχιο που δεν τοποθετείται στο πράσινο περίγραμμα και διαγράμμιση δεν θα έχει αποδεικτική ισχύ ότι «δεν είναι δασικό»; Τότε τι κάνουμε;

Θεωρώ ότι η διάταξη των παρ. 4 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι για τις μεταβιβάσεις στις δασικές εκτάσεις απαιτείται πιστοποιητικό της οικείας Διεύθυνσης Δασών μας γυρίζουν στο παρελθόν και την εξάρτηση των πολιτών πάλι από την δασική υπηρεσία στήνοντας μαζί και ένα ανεπίτρεπτο «παγκάρι» που λέγεται ειδικό «τέλος». Ότι δηλαδή συμβαίνει και με τα κτηματολογικά γραφεία και τα πιστοποιητικά τους. Είναι δυνατόν να αποκτήσουμε με πολύ κόπο και χρήμα του Ελληνικού λαού μια ασφαλή Εθνική Βάση Δεδομένων που λέγεται «Δασικοί χάρτες», «Δασολόγιο» και «Εθνικό Κτηματολόγιο» προσβάσιμη μέσω του διαδικτύου από όλο τον κόσμο και να γυρίσουμε πάλι στην εξάρτηση των πολιτών μιας ελεύθερης χώρας από δημόσιες υπηρεσίες ή ιδιωτικές εταιρείες που πουλάνε πιστοποιητικά;

Θεωρώ ότι το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου που προστέθηκε πρόσφατα με την παρ. 3 του άρθρου 142 του ν. 4483/2017 (Α´107) με την οποία το προαναφερθέν πιστοποιητικό αντικαθίσταται από υπεύθυνη δήλωση (A΄ 75) επί του τοπογραφικού διαγράμματος κάποιου μηχανικού ή τοπογράφου ακυρώνει και υποβαθμίζει και την αξία των δασικών χαρτών και την νοημοσύνη του μέσου Έλληνα. Ως γνωστόν οι δασικοί χάρτες είναι αναρτημένοι στο διαδίκτυο και μπορεί οποιοσδήποτε το επιθυμεί ακόμη και από την Αυστραλία να ελέγξει αν ένα γεωτεμάχιο που τον ενδιαφέρει είναι δασικό ή όχι. Η εφαρμογή είναι πολύ απλή και εύκολη. Μπορεί ο συντάκτης του τοπογραφικού να τυπώσει ένα απόσπασμα του δασικού χάρτη με το γεωτεμάχιο που τον ενδιαφέρει και να το επισυνάψει στο τοπογραφικό που θα δώσει στον συμβολαιογράφο και αμέσως όλοι θα ξέρουν αν είναι δασικό ή μη. Προς τι το παγκάρι του «τέλους»; Προς τι πάλι εκείνη η ριμάδα «υπεύθυνη δήλωση» του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 με την οποία θεμελιώθηκαν τόσες έκνομες καταστάσεις. Είναι δυνατόν μετά τους δασικούς χάρτες να μεταβιβάζονται ακίνητα εκτός σχεδίου πόλης και οριοθετημένου νόμιμου οικισμού χωρίς απόσπασμα του δασικού χάρτη; Τότε τι κάνουμε;

Όσον αφορά την δασική πράξη. Η δασική υπηρεσία είναι μια δημόσια υπηρεσία. Παγκόσμια είναι γνωστό ότι οι δημόσιες υπηρεσίες είναι ο καθρέφτης ενός κράτους. Ένα καλό κράτος έχει και καλές δημόσιες υπηρεσίες και το αντίθετο. Ξέρουμε τι συνέβη μέχρι σήμερα. Ξέρουμε τι φταίει. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε για να αποφύγουμε τα ίδια λάθη και την δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων. Η ζητούμενη οικονομική ανάπτυξη πρέπει υποχρεωτικά να είναι συμβατή με την οικολογική και συνετή επιστημονική διαχείριση των φυσικών οικοσυστημάτων είτε αυτά είναι χερσαία ( βουνά, ρέματα, δάση δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, κ.λπ.) είτε είναι υδάτινα (ποτάμια, λίμνες, υγρότοποι, θάλασσες, κ.λπ.). Τις συνέπειες των εφήμερων και ευκαιριακών επιλογών αποκαλύπτουν κάθε φορά οι φυσικές καταστροφές (πυρκαγιές, σεισμοί, πλημμύρες κ.λπ.).

Τα δασικά μας οικοσυστήματα αποτελούν έναν τεράστιο Εθνικό οικονομικό ανεκμετάλλευτο πόρο σε προϊόντα και υπηρεσίες. Η σημασία τους έχει καταγραφεί συνοπτικά στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Θα χρειάζονταν μέρες να την αναλύσουμε. Η «ανάπτυξη» των δασών μας θεμελιώνεται σύμφωνα με την παγκόσμια ορθολογική δασολογική επιστήμη στην «προστασία». Και αυτή στην «αειφορική δασοκομική διαχείριση». Και αυτή σε μια καλά στελεχωμένη με σύγχρονη δομή και λειτουργία Δασική υπηρεσία. Δεν μπορεί κανείς στον πολιτισμένο κόσμο να κάνει διαχείριση, δηλαδή να εφαρμόσει δασοκομικούς χειρισμούς, προσημάνσεις, υλοτομίες, καθαρισμούς, αναγωγή, αναδασώσεις, καλλιεργητικές επεμβάσεις, στις δασικές συστάδες από το γραφείο. Αν κάποιος υποστηρίζει το αντίθετο ας έρθει να μου δείξει μια συστάδα που την διαχειρίσθηκε από το γραφείο του και εγώ θα σκίσω δημόσια το πτυχίο μου.

Έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Ελληνικού Κράτους και των πολιτών του να αναθέσουν την διαχείριση, προστασία και ανάπτυξη των δασικών οικοσυστημάτων και των προστατευομένων περιοχών στην Δασική Υπηρεσία ή αποκλειστικά σε τρίτους. Δείτε στο διαδίκτυο τι συνέβη σε κράτη που επέλεξαν μη αειφορικές αλλά ληστρικές εκμεταλλεύσεις. Αν όμως θέλει όπως συμβαίνει σε όλο το πολιτισμένο κόσμο να συνεχίσει να τα διαχειρίζεται η δασική υπηρεσία πρέπει να κάνει κάτι ουσιαστικό γιατί η σημερινή δασική υπηρεσία μοιάζει – με δασοκομικούς όρους – με μια ομήλικη σχεδόν γερασμένη συστάδα δένδρων που απουσιάζει εντελώς η φυσική αναγέννηση δηλαδή τα άτομα του μέλλοντος και κυρίως ο διαχειριστικός σκοπός και στόχος. Μια τέτοια συστάδα είναι καταδικασμένη. Εάν δεν αναστραφεί αμέσως η κατάσταση τα επόμενα χρόνια θα παρακολουθήσουμε ζοφερές καταστάσεις για το περιβάλλον της πατρίδας μας και την Ελληνική κοινωνία και καμία από τις αγέννητες γενιές δεν μας έχει δώσει τέτοια εξουσιοδότηση.

Πιστεύω ότι μετά τους δασικούς χάρτες πρέπει να απομονώσουμε την δασική υπηρεσία από βεβαιώσεις, πράξεις χαρακτηρισμούς, πιστοποιητικά και Π.Δ.Α. και να της αναθέσουμε τα πραγματικά ουσιαστικά καθήκοντα της που είναι η διαχείριση, προστασία και ανάπτυξη των δασικών οικοσυστημάτων και των χερσαίων προστατευόμενων περιοχών της πατρίδας μας. Με απλά λόγια να την στρέψουμε να ασχοληθεί ουσιαστικά όπως δεκαετία του 50 με τα ορεινά υδρονομικά έργα. Τον σχεδιασμό και τις υποδομές της αντιπυρικής προστασίας. Την διαμόρφωση και ανάπτυξη των προστατευτικών και περιαστικών δασών. Την οργάνωση του ορεινού τουρισμού. Να της δώσουμε τον ρόλο και την δυναμική που της αξίζει και που καμία άλλη υπηρεσία δεν έχει ούτε την επιστημονική γνώση ούτε την εμπειρία να τα κάνει. Το ελάχιστο επιστημονικό προσωπικό που της έχει απομείνει που θα μειωθεί έντονα τα επόμενα χρόνια λογω ορίου ηλικίας δεν πρέπει να αναλώσει το υπόλοιπο της καριέρας του στις δικαστικές αίθουσες αλλά στα δαση. Αυτό είναι το φυσικό. Αυτό σπούδασαν. Ζητώ από την πολιτεία να μας δώσει αυτόν τον ρόλο και από την κοινωνία να μας κρίνει αυστηρά για αυτό. Αλλά για αυτό.

Το 1979 ο τότε πάρεδρος του Ν.Σ.Κ. Παν. Γιανακούρος με την 829/1979 Γνμ του εισηγείτο ότι «πρέπει να δοθούν αυστηραί εντολαί εις τα αρμόδια δασικά όργανα όπως φυλάσσουν ανελλιπώς ταύτας και ενεργούν αμέσως προς προστασίαν των συμφερόντων του δημοσίου, οσάκις επιδιώκεται η καταπάτησις τούτων κ.λ.π.».

Τώρα… αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι δεν έφταναν μόνο οι «αυστηρές εντολές» αλλά χρειάζονταν πρωτίστως η αποτελεσματική νομοθεσία, οι σωστές και επαρκείς δασικές υποδομές (προσωπικό και μέσα) και το αίσθημα ασφάλειας σε όσους δασικούς υπαλλήλους έκαναν καλά την δουλειά τους και δεν ήσαν «διαθέσιμοι» να νομιμοποιήσουν έκνομες καταστάσεις. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ…

Αφιερώνω αυτές τις φτωχές σκέψεις σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης στον αείμνηστο καθηγητή μου του Α.Π.Θ. Σπύρο Ντάφη.

Ευχαριστώ για την τιμή και την φιλοξενία σας.

Παναγιώτης Καλλίρης
Δ/ντης Δασών Κορινθίας